
Υπάρχουν δεκάδες σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και όλα έχουν τις ίδιες μεθόδους πρόληψης που είναι η σωστή σεξουαλική πρακτική και υγιεινή. Βασικός παράγοντας αυτής, η σωστή χρήση του προφυλακτικού και οι κανόνες υγιεινής.Ορισμένα από τα νοσήματα αυτά περιγράφονται παρακάτω:
| ΒΑΚΤΗΡΙΑ | ΙΟΙ | ΠΡΩΤΟΖΩΑ, ΜΥΚΗΤΕΣ, ΠΑΡΑΣΙΤΑ |
|---|---|---|
| Neisseria gonorrhoeae | HIV 1,2 | Phthirus pubis |
| Chlamydia trachomatis | HTLV 1,2 | Trichomonas vaginalis |
| Treponema pallidum | HSV 1,2 | Sarcoptes scabiei |
| Haemophilus ducreyi | HPV | Candida albicans |
| Ureaplasma urealyticum | HBV | |
| Calymmatobacterium granulomatis | MCV (Molluscum Contagiosum Virus) | |
| Mycoplasma hominis | HCV | |
| Ureaplasma parvum | HHV8 | |
| Mycoplasma genitalium | EBV | |
| Gardnerella vaginalis | CMV (Cytomegalovirus) | |
| Group B Streptococcus | ||
| Mobiluncus spp | ||
| Helicobacter cinaedi | ||
| Salmonella spp | ||
| Helicobacter fenneliae |
Είναι η λοίμωξη και πρόκληση φλεγμονής της ουρήθρας από το βακτήριο Neisseria gonorrhoeae. Ένα από τα συχνότερα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα για το οποίο παρατηρείται αύξηση της συχνότητας τα τελευταία χρόνια. Είναι το δεύτερο συχνότερο ΣΜΝ στην Ευρώπη ενώ χαρακτηριστικά παγκοσμίως υποεκτιμάται η συχνότητά του λόγω μη σταθερής δήλωσής του στις αρμόδιες αρχές.
Μπορεί να προσβάλλει τόσο την ουρήθρα στον άνδρα και τη γυναίκα όσο και τον κόλπο και τράχηλο στις γυναίκες. Τέλος μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη στο φάρυγγα και το πρωκτό ενώ μπορεί να μεταδοθεί κάθετα από τη μητέρα στο νεογνό κατά τον τοκετό. Η μετάδοση προϋποθέτει την απροφύλακτη σεξουαλική επαφή με μολυσμένο άτομο. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ασυμπτωματικοί ασθενείς και εκείνοι με φαρυγγική φορεία. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ενοχλήματα από την ουρήθρα ή το γεννητικό σύστημα με δυσουρικά ενοχλήματα: τσούξιμο, κάψιμο, δυσκολία στην έναρξη της ούρησης, άλγος στο κατώτερο τμήμα της κοιλιάς (για τις γυναίκες), άλγος στους όρχεις ή με αντανάκλαση προς το πρωκτό (για τους άνδρες). Χαρακτηριστικό είναι το έκκριμα (παρουσία υγρού) στο στόμιο της ουρήθρας, ιδίως στους άνδρες. Στις γυναίκες μπορεί να υπάρχει έκκριμα και δυσουρικά ενοχλήματα ή μόνο συμπτώματα ουρολοίμωξης χωρίς έκκριμα. Το έκκριμα χαρακτηριστικά εκρέει αυτόματα και λερώνει το εσώρουχο του ασθενούς ενώ υπάρχει ερυθρότητα και οίδημα γύρω από το στόμιο της ουρήθρας.
Επιπλοκές. Αν αφεθεί χωρίς θεραπεία, τα συμπτώματα λίγες εβδομάδες αργότερα γίνονται ηπιότερα ή ακόμα και εξαφανίζονται οδηγώντας στη χρόνια γονοκοκκική ουρηθρίτιδα και τις επιπλοκές της λοίμωξης. Οι επιπλοκές μπορεί να είναι: ορχεοεπιπιδιδυμίτιδα, προστατίτιδα, ουρηθρικά στενώματα, απόφραξη σπερματικών πόρων και στειρότητα, λεμφαδενίτιδα και φλεγμονή παραουρηθρικών αδένων. Στις γυναίκες μπορεί να εμφανιστεί περιτονίτιδα της πυέλου ενώ τα νεογνά κλασικά εκφράζουν οφθαλμία. Σπανιότερες επιπλοκές μπορεί να είναι η ενδοκαρδίτιδα και περικαρδίτιδα, η αρθρίτιδα και τενοντοθυλακίτιδα και η μηνιγγίτιδα.
Συστηματική γονοκοκκική λοίμωξη. Χαρακτηρίζεται από ένα σύνδρομο δερματίτιδας – αρθρίτιδας, με άλγος αρχικά στο επίπεδο των τενόντων και αρθρώσεων και αργότερα με σηπτική αρθρίτιδα. Πιο συχνή εντόπιση της αρθρίτιδας αυτής είναι το γόνατο. Χαρακτηριστικό της συστηματικής λοίμωξης είναι και το εξάνθημα στα άκρα που αφήνει ελεύθερο το πρόσωπο και τον κορμό (συνήθως). Το εξάνθημα μπορεί να είναι πετεχειώδες, βλατιδώδες, φλυκταινώδες ή αιμορραγικό με χαρακτηριστική αιμορραγική βάση ή ακόμα και νεκρωτικό.
Η διάγνωση βασίζεται στη κλινική εικόνα και τις εργαστηριακές εξετάσεις επιβεβαίωσης. Κλασικά η μέθοδος αναφοράς είναι η μικροσκόπιση του εκκρίματος μετά από Gram χρώση όπου μπορεί να παρατηρηθεί στο μικροσκόπιο ο γονόκοκκος. Η μορφολογία του μικροοργανισμού είναι χαρακτηριστική: διπλόκοκκοι σαν κόκκοι καφέ τόσο εντός όσο και εκτός των πολυμορφοπύρηνων. Ο γονόκοκκος καλλιεργείται σε ειδικά θρεπτικά υλικά (Thayer-Martin). Μέθοδος εκλογής στη σύγχρονη εποχή είναι οι μοριακές μέθοδοι: μέθοδοι ανίχνευσης πυρηνικών οξέων - nucleic acid amplification test (NAAT) assay.
Τα χλαμύδια προκαλούν λοιμώξεις σε πολλά οργανικά συστήματα συμπεριλαμβανομένου και του ουροποιογεννητικού. Τα χλαμύδια – Chlamydiae spp. είναι μικρά, υποχρεωτικά ενδοκυττάρια Gram αρνητικά παθογόνα με πολλές ομοιότητες τόσο με τους ιούς όσο και με τα βακτήρια. Υπάρχουν 18 ορότυποι χλαμυδίων που προκαλούν διαφορετικές λοιμώξεις:
• Οι ορότυποι A, B, Ba και C προκαλούν το τράχωμα – ειδική λοίμωξη του οφθαλμού που οδηγεί σε τύφλωση σε κάποια μέρη του κόσμου.
• Οι ορότυποι L1 – L3 που προκαλούν το αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα που οδηγεί σε χρόνιο έλκος γεννητικών οργάνων και λεμφαδενίτιδα σε τροπικές χώρες.
• Οι ορότυποι D – K που προκαλούν λοιμώξεις ουροποιητικού.
Τα Chlamydophilia (C. pneumoniae και C. psittaci) προκαλούν λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος.
Τα χλαμύδια είναι η συχνότερα δηλούμενη βακτηριακή λοίμωξη μεταξύ των ΣΜΝ. Μπορεί να οδηγήσει σε λοίμωξη του τραχήλου, ουρήθρας, μήτρας, επιδιδυμίδας, ρινοφάρυγγα και των σαλπίγγων. Αποτελεί μια από τις συχνότερες αιτίες στειρότητας στις γυναίκες. Ο έλεγχος σεξουαλικά ενεργών γυναικών θα αποτρέψει τις επιπλοκές της μη θεραπευμένης χλαμυδιακής λοίμωξης που είναι η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, η στειρότητα, η έκτοπη κύηση και το χρόνιο πυελικό άλγος.
Το βακτήριο μεταδίδεται σεξουαλικώς. Ο μολυσμένος άνδρας έχει 25% πιθανότητα να μολύνει μια υγιή γυναίκα σε κάθε σεξουαλική συνεύρεση. Το βακτήριο μεταδίδεται κάθετα (από τη μητέρα στο νεογέννητο) σε ποσοστό έως 60%. Στις περισσότερες περιπτώσεις προκαλεί επιπεφυκίτιδα αλλά μπορεί να προκαλέσει και το σύνδρομο απύρετης πνευμονίας.
Η περίοδος επώασης είναι 1-3 εβδομάδες και η εκδήλωση της νόσου αφορά σε βλεννοπυώδη τραχηλίτιδα στις γυναίκες και ουρηθρίτιδα στους άνδρες. Παρ΄ όλα αυτά, 50% των μολυσμένων ανδρών και 80% των γυναικών παραμένουν ασυμπτωματικοί. Η επιδιδυμίτιδα είναι συχνή επιπλοκή στους άνδρες στους οποίους τα χλαμύδια αποτελούν της συχνότερη αιτία. Στις γυναίκες ανιούσα λοίμωξη οδηγεί σε φλεγμονώδη νόσο της πυέλου ενώ σε αυτές, σε ένα ποσοστό μέχρι 10% θα οδηγήσει σε περιηπατίτιδα – σύνδρομο Fitz – Hugh – Curtis. Χλαμυδιακή λοίμωξη μπορεί να οδηγήσει σε σύνδρομο Reiter με ουρηθρίτιδα, επιπεφυκίτιδα και αντιδραστική αρθρίτιδα.
Η διάγνωση είναι πλέον απλή, εκτός από το ιστορικό και την κλινική εξέταση χρησιμοποιούνται οι μοριακές τεχνικές – NAAT. Μέθοδος αναφοράς ωστόσο είναι η κυτταροκαλλιέργεια και η χρώσεις με Giemsa, ιωδίου και φθορίζουσες χρωστικές για άμεση μικροσκόπιση. Η κυτταρολογικές τεχνικές χρησιμοποιούνται κυρίως στη διάγνωση της νεογνικής επιπεφυκίτιδας με έγκλειστα αφού μπορούν να αναδείξουν τα ενδοκυτταροπλασματικά C. trachomatis σε κύτταρα HeLa (συνεχώς αναπτυσσόμενα καρκινικά κύτταρα πνεύμονα σε κυτταροκαλλιέργεια). Μπορούν να χρησιμοποιηθούν και κύτταρα McCoy ενώ η μέθοδος χρησιμοποιείται και για δείγμα από ενδοτραχηλική απόξεση με μικρότερη ευαισθησία και ειδικότητα.
Στην καθημερινή πράξη εύκολη και σίγουρη μέθοδος αποτελούν οι μοριακές μέθοδοι σε πρώτα πρωινά ούρα (ΝΑΑΤ).
Σημεία προσοχής για τους ασθενείς με χλαμυδιακή λοίμωξη είναι:
• Έλεγχος λοίμωξης HIV με ELISA, διότι η λοίμωξη δεν είναι σπάνια στους ασθενείς με άλλο ΣΜΝ.
• Έλεγχος για φλεγμονώδη νόσο της πυέλου όταν υπάρχει συμβατή εικόνα
• Τεστ Παπανικολάου λόγω του αυξημένου κινδύνου στις περιπτώσεις αυτές.
• Έλεγχος των συντρόφων για χλαμυδιακή λοίμωξη και θεραπεία αυτών.
• Τεστ κυήσεως πριν από την έναρξη θεραπείας, λόγω αντενδείξεων των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία.
• Έλεγχος για άλλα ΣΜΝ.

Είναι η ουρηθρίτιδα εκείνη που δεν οφείλεται στο γονόκοκκο. Είναι πολύ συχνή λοίμωξη και ξεπερνά σε συχνότητα την γονοκοκκική. Έως και 70% των περιπτώσεων ουρηθρίτιδας είναι μη γονοκοκκικής αιτιολογίας. Εκδηλώνεται με πυώδες ή βλεννώδες έκκριμα από την ουρήθρα ή/και καύσο κατά την ούρηση. Πολλές φορές είναι τελείως ασυμπτωματική. Μάλιστα, μετά από θεραπεία γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας με το κατάλληλο αντιμικροβιακό παράγοντα, η ουρηθρίτιδα είτε παραμένει, είτε υποτροπιάζει και τότε ονομάζεται μεταγονοκοκκική ουρηθρίτιδα. Στις περιπτώσεις αυτές, θεωρούμε πως εξ αρχής υπήρχε μεικτή λοίμωξη, δηλαδή γονόκοκκος με μη γονοκοκκική λοίμωξη και πλέον εκφράζεται μόνο η τελευταία. Οι αιτιολογικοί παράγοντες της μη γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας είναι πολλοί και περιγράφονται εδώ.
Τα μυκοπλάσματα είναι οι μικρότεροι ζώντες μικροοργανισμοί, δεν διαθέτουν κυτταρικό τοίχωμα και μπορούν να είναι είτε μέρος χλωρίδας ή παθογόνα για ζώα και τον άνθρωπο. Είναι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί και βασική αιτία μη γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας. Τα κυριότερα παθογόνα για το ουροποιογεννητικό είναι:
Ureaplasma urealyticum, Mycoplasma genitalium και το Mycoplasma hominis. Το γένος των Ureaplasma περιλαμβάνει το Ureaplasma urealyticum και το Ureaplasma parvum. Η διάκριση της λοίμωξης από το κάθε είδος δεν είναι δυνατή. Το M. genitalium μπορεί να είναι υπεύθυνο έως και για το 30% των περιπτώσεων μη γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας. Ως ΣΜΝ μπορεί να διευκολύνει τη λοίμωξη από HIV, HPV και HSV.
Στους ανθρώπους, τα είδη των μυκοπλασμάτων και ουρεοπλασμάτων μπορούν να μεταδοθούν με τους εξής τρόπους:
1) Σεξουαλική επαφή και πρακτικές (είτε με απροφύλακτη επαφή των γεννητικών οργάνων είτε με στοματικό σεξ).
2) Κάθετα, από τη μητέρα στο νεογνό (κατά τη διάρκεια της κύησης ή κατά τον τοκετό).
3) Νοσοκομειακή λοίμωξη, από μεταμόσχευση ιστών.
Δεν υπάρχουν δεδομένα πως το M.hominis μπορεί να προκαλέσει ουρηθρικό σύνδρομο στη γυναίκα, κάτι που δεν ισχύει για το Ureaplasma. Το M.hominis έχει απομονωθεί από το ανώτερο ουροποιητικό ασθενών με συμπτώματα πυελονεφρίτιδας και μπορεί να είναι υπεύθυνο έως και στο 5% των περιπτώσεων λοίμωξης ανώτερου ουροποιητικού. Το M.hominis δεν προκαλεί κολπίτιδα αλλά φαίνεται να συμβάλει στη παθολογία της βακτηριακής κολπίτιδας (μηχανισμοί συνέργειας μεταξύ διαφορετικών ειδών παθογόνων). Το M.genitalium μπορεί να προκαλέσει φλεγμονώδη νόσο της πυέλου και τραχηλίτιδα. Τα είδη των ουρεοπλασμάτων μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονή στο επίπεδο του πλακούντα, να εισβάλουν στον αμνιακό σάκο και έτσι να δημιουργήσουν εμμένουσα φλεγμονή με αποτέλεσμα επιπλοκές της κύησης με σημαντικότερη εκείνη του πρόωρου τοκετού. Άλλωστε, το M.hominis έχει απομονωθεί από γυναίκες που εμφάνιζαν πυρετό μετά τον τοκετό ή την άμβλωση σε ποσοστό 10%.
Ο αποικισμός των νεογνών με μυκοπλάσματα γίνεται είτε από το γεννητικό σωλήνα της μητέρας, είτε με απευθείας λοίμωξη κατά τη διάρκεια της κύησης. Μηνιγγίτιδα, βακτηριαιμία, συγγενής πνευμονία και θάνατος έχουν συμβεί σε πρόωρα νεογνά χαμηλού σωματικού βάρους που είχαν μολυνθεί από Ureaplasma ή Mycoplasma. Η παρουσία Ureaplasma στο κατώτερο αναπνευστικό πρόωρων νεογνών σχετίζεται με την ανάπτυξη χρόνιας πνευμονοπάθειας της προωρότητας και βρογχοπνευμονική δυσπλασία. Αιτιολογικά φαίνεται πως το Ureaplasma οδηγεί σε χαμηλής έντασης χρόνια φλεγμονή που επιτείνει την ανάγκη για συμπληρωματική χορήγηση οξυγόνου. Σε αυτή τη φλεγμονή εμπλέκεται και το βαρότραυμα που προκαλεί ο μηχανικός αερισμός και οι υψηλές συγκεντρώσεις οξυγόνου που απαιτούνται κατά τη μηχανική υποστήριξη της αναπνοής στα νεογνά αυτά.
Τα Ureaplasma και Mycoplasma με μηχανισμούς συνέργειας (συνύπαρξη και βιολογική συνεργασία) με άλλα παθογόνα μπορούν να προκαλέσουν μια σειρά από νοσήματα:
• Βακτηριαιμία.
• Μηνιγγίτδα.
• Σηπτική αρθρίτιδα.
• Πνευμονία.
• Λοιμώξεις χειρουργικών τραυμάτων.
• Ουρηθρίτιδα (Ureaplasma).
• Κυστίτιδα.
• Πυελονεφρίτιδα.
• Φλεγμονώδη νόσο της πυέλου (M.hominis).
• Λιθίαση ουροποιητικού (Ureaplasma).
• Ενδομητρίτιδα και χοριοαμνιονίτιδα.
• Πρόωρο τοκετό (Ureaplasma).
Αν και συνήθως συνυπάρχουν με άλλα παθογόνα στις περισσότερες των ανωτέρω καταστάσεων, οφείλει ο ειδικός να τα αξιολογεί σε κάθε συμπτωματικό ασθενή ή όταν προκύπτουν από τον έλεγχο για άλλα ΣΜΝ. Άλλωστε, το M.genitalium προκαλεί ουρηθρίτιδα στον άνδρα, τραχηλίτιδα και φλεγμονώδη νόσο της πυέλου οπότε κλινικά και μόνο δεν μπορεί να διαφοροδιαγνωστεί από άλλα ΣΜΝ.
